επιμάνικα

επιμάνικα
επιμάνικα τα
поручи – принадлежность священнослужительского облачения - манжета с крестом и шнурком. Надевается на запястье, поверх рукава подризника или подрясника и зашнуровывается. Крест знаменует Божью силу, крепость и мудрость, необходимые священникам для совершения Божественных таинств. Поручи усвоены всем трем степеням священства
Этим.
< μανίκιον < лат. manus «рука»

Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко). 2013.

Смотреть что такое "επιμάνικα" в других словарях:

  • επιμάνικα — επιμάνικα, τα και επιμανίκια, τα ζεύγος από χειροθήκες που συγκρατούν τα μανίκια στο μετακάρπιο των χεριών των κληρικών που ιερουργούν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • поручи — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  (ἐπιμάνικα) парная деталь облачения священника,… …   Словарь церковнославянского языка

  • κέντημα — Διακόσμηση υφάσματος που εκτελείται με βελόνα και νήμα μεταξωτό, μάλλινο κλπ. Οι συνηθέστερες βελονιές που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία των κ. είναι η αρχαιότατη αλυσοβελονιά, η οποία μοιάζει με πλεξίδα, η σταυροβελονιά, η πισωβελονιά, που… …   Dictionary of Greek

  • υπομάνικο — το επιμάνικο (βλ. επιμάνικα) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»